Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
banner

Our Latest

Η Εξέλιξη του Τρόμου στη Λογοτεχνία: Από το Γοτθικό Σκοτάδι στο Halloween | Χάρης Κωφιάδης

Γιατί επιζητούμε την αδρεναλίνη του φόβου μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, ενώ στην πραγματική ζωή τον αποφεύγουμε; Καθώς πλησιάζει η πιο ατμοσφαιρική νύχτα του Οκτώβρη, τα φώτα χαμηλώνουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η ανάγκη μας για μια σκοτεινή ιστορία γιγαντώνεται. Σε καλωσορίζω σε μια αναδρομή στις μορφές που πήρε ο τρόμος στη λογοτεχνία και στο γιατί το Halloween παραμένει η απόλυτη γιορτή των «περιέργων» αναγνωστών. Ανέκαθεν με τραβούσε το σκοτάδι στην τέχνη. Όχι πως αγνοούσα το φως, αλλά παρουσιάζεται συχνά ως λιγότερο γοητευτικό. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του ανασφάλεια, αδρεναλίνη, το άγνωστο. Μας προκαλεί συναισθήματα τα οποία δεν θέλουμε να βιώσουμε στην καθημερινότητα και προτιμάμε να τα ανακαλύπτουμε από την ασφάλεια του καναπέ. Εκεί όπου ξέρουμε πολύ καλά πως ο τρόμος τελειώνει τη στιγμή που κλείνουμε το βιβλίο. Ή και λίγες ώρες αργότερα, ανάλογα πόσο θα μας επηρεάσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια φανταστική ιστορία...

Βορράς - ΓΡΆΦΕΙ Η ΕΛΈΝΗ ΖΗΝΟΝΊΔΗ


Έσβησα κι ξεκίνησα για δέκατη φορά. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι; Να βάλω τρείς μήνες και δέκα μέρες σε μια τάξη, έχεις ιδέα τι πάω να κάνω; Ξεφυσάω, τρίβω τον σβέρκο μου. Συγγνώμη, που ξεκινάω επιθετικά. Αλλά επιθετικά εισέβαλες σε όλα και είχα τόσο λίγο χρόνο να το επεξεργαστώ, με αποτέλεσμα να αφεθώ και να μου κάνω κακό για μέρες, να τρώω αέρα ξερό αντί για φαγητό στο σπίτι. 

Έχω την πρώτη μου Χριστουγεννιάτικη ιστορία, το πιστεύεις;! Είμαι από εκείνους που έχουν να διηγηθούν μια ιστορία που ξεκινάει με τη φράση «Ήταν παραμονή Χριστουγέννων…». Ακόμη δεν το πιστεύω πως είχα παρατήσει όντως τα μελομακάρονα για να βγω έξω και να γκρινιάξω στο μικρό παρεάκι για τη μητριά. Θεώρησα πως μου άξιζε λίγο αλκοόλ μιας και την επομένη θα την έβγαζα στους νέους παππούδες με τα όχι και τόσο «νέα» θέματα συζήτησης. Θεώρησα πως, αν έμενα έξω παρτάρονταςμέχρι τις δώδεκα, θα ήταν υπέρβαση για μένα. Επίσης θεώρησα πως το να μη σου δώσω σημασία την ώρα που μπήκα στο μαγαζί και να σταθώ μπροστά από το μπαρ αμίλητη περιμένοντας το παρεάκι, θα σήμαινε πως θα γλίτωνα την οποιαδήποτε τύπου επαφή, πέραν του τυπικού «τι θα πιείς;». 

Υπάρχουν ιστορίες, χαρά μου, που κρατάνε περισσότερο και τελειώνουν με συντρίμμια. Το ότι δεν καταλήξαμε ένα με αυτά είναι το πρώτο για το οποίο σού είμαι ευγνώμων. Σου το ορκίζομαι, το εύχομαι να θυμόμουν περισσότερα μετά το δεύτερο ποτό στο οποίο έβαλες διπλή δόση γιατί το πρώτο εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού. Στ’ ορκίζομαι θα έδινα τα πάντα σήμερα να έμενα τότε νηφάλια. Θυμάμαι να ζητάς τα στοιχεία μου όμως. Όνομα, τόπος διαμονής, σπουδές, τρόπο επικοινωνίας και είχες άμεση απάντηση για όλα. Δυστυχώς, πίστεψα πως δε θα κατέληγαν πουθενά όλα αυτά τα στοιχεία, παρά μόνο στο πλαστικό ποτήρι με νερό μέσα στο οποίο επέπλεαν σβησμένες γόπες. Ήλπιζα πως θα μας οδηγούσε κάπου ουσιαστικά αυτή η συζήτηση, δεν το αρνούμαι, αλλά επειδή μερικές φορές εμείς οι άνθρωποι μπερδεύουμε την ελπίδα με τη διαίσθηση, τα είχα χαμένα. Στα χαμένα ή όχι όμως, υποσχέθηκα να βρεθώ ξανά μπροστά σου· νηφάλια αυτή τη φορά. 

Ξέρεις, κάτι μου έκανε τρομερή εντύπωση πάνω σου, κάτι το οποίο δύσκολα μου δημιουργεί άτομο που μόλις γνωρίζω. Σε σεβάστηκα. Το κατάφερες χωρίς να έχω ιδέα πώς, μα συνέβη, ήμουν εκατό τοις εκατό παρούσα όταν το συνειδητοποίησα και αυτό ήταν ένας γερός πόντος υπέρ της διαίσθησης που μέσα μου είχε φορέσει τα ακουστικά της και άκουγε μουσική στο τέρμα. Σεβάστηκα αυτό που ήσουν, αυτό που πρέσβευες, αυτό που είχες δουλέψει στον εαυτό σου τόσα χρόνια. Σεβάστηκα που με σεβόσουν, γιατί μου το απέδειξες όταν σε χρειάστηκα περισσότερο από ποτέ, στις είκοσι φορές που με ρώτησες αν είμαι καλά, στις τόσες που σου απαντούσα «όλα καλά» και ήταν από τις σπάνιες φορές που το εννοούσε καθετί πάνω μου. Μου το απέδειξε το μπράτσο σου γύρω απ’ το κεφάλι μου.

Μα ανέβηκα πολύ ψηλά μέσα σε μια στιγμή και άκουσα την πτώση μου πριν καλά καλά τη νιώσω. Δεν μπορούμε να ζούμε το απόλυτο, σωστά; Ποια ήμουν να το ζητήσω από σένα, ποιος σκατά θα μου έδινε την άδεια να σου ζητήσω το απόλυτο; Κι εφόσον επέλεξες να σωπάς και να μιλάς με τα φεγγάρια σου, επέλεξα ακολούθως να δεθώ σφιχτά σε εκείνα τα φεγγάρια και απλά να ακολουθήσω στους δικούς σου ρυθμούς. Λάθος μου; Ήσουν όμως εσύ εντάξει. Και βάρος στο «εντάξει» σου δε θα τολμήσω ποτέ να με φανταστώ. 

Όπως δε φανταζόμουν πως το να πηδάω από μέρα σε μέρα με δυσκολία ή ευκολία είναι καθαρά θέμα εγκεφάλου. Πως από εκεί που δεν τα κατάφερνα, έβρισκα κάτι μικρό να πιάνομαι και να πεισμώνω γιατί, ο χρόνος, όταν δεν τον κοιτάς, περνά πιο γρήγορα. Όπως εκείνη τη στιγμή που καθόμουν στη θέση του συνοδηγού και άκουσα τον εαυτό μου, ή μάλλον ένα κομμάτι του, να χτυπάει το τζάμι του παραθύρου πίσω μου και να με φωνάζει να βγω. Αν έμενα για πάντα εκεί; Με ρώτησες πώς θα ένιωθα αν έμενα για πάντα στα λεπτά πριν το ρολόι βαρέσει δέκα το βράδυ; Με ρώτησες πώς κράτησα ακίνητο το χέρι μου για να πιάσω τον μοχλό και να ανοίξω την πόρτα χωρίς να τρέμω, πόσα λεπτά κοιτούσα το χερούλι της εξώπορτας στην είσοδο της πολυκατοικίας μου;!

Καταλαβαίνω… Πάντα θα καταλαβαίνω. Οι πυξίδες, ακόμη κι αν τα πάντα γύρω μας, μέσα μας, στριφογυρίζουν, θα δείχνουν πάντα τον Βορρά. Ακόμη κι αν ο κόσμος καταστρέφεται, το βέλος μένει καρφωμένο με τη μύτη του στο μεγάλο B και αν έχει απόκλιση μερικών μοιρών, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να στρέψουμε το σώμα μας προς τη σωστή κατεύθυνση. Ποια είμαι να φέρω αντίρρηση στους νόμους της φύσης όταν κανένας από τους δικούς σου νόμους δε με επιβάρυνε; Έστριψα λοιπόν το σώμα μου προς τα δεξιά γιατί στην πυξίδα μου η απόκλιση μετρούσε κάμποσα χρόνια και έτσι κοίταξα πρώτα το B και ύστερα μπροστά μου. 

Ο Βορράς, το ήξερες; Βλέπει το βέλος, πριν εκείνο τον δείξει.

Σχόλια

  1. Ελένη μου!
    Ακριβή μου φίλη! Ω δεν το περίμενα αυτό το ύψος γραφής, κοπέλα μου! Είχα καιρό να διαβάσω έργο σου και μένω και συγκινημένος έντονα και θαμπωμένος από μια εμφανέστατη κατακόρυφη άνοδο και ύψωση σε εκφραστικά μονοπάτια υπέροχα.
    Ένας προσωπικός μονόλογος, μια εξομολόγηση, που άγγιξε βαθύτατα την ψυχή μου, με συγκίνησε, με έκανε να θέλω να κάνω μια πολύ μεγάλη αγκαλιά το κείμενό σου, τη γραφή σου, τη σκέψη σου.
    Συνέχισε, κορίτσι μου. Έχεις πάρα πολλά πράγματα να βγάλεις και να δώσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να στε καλά κύριε Γιάννη. Μου είχε λείψει κι εμένα το διήγημα σαν είδος είναι αλήθεια...

      Διαγραφή
    2. Τότε να συνεχίσεις να το δουλεύεις, κοπέλα μου. Νομίζω θα μάς δώσεις πολλά διαμαντάκια.

      Διαγραφή
  2. Είναι από τα κείμενα που μου δημιουργούν μια θλίψη, που δεν μπορώ ακριβώς να δικαιολογήσω και αυτό πάντα με ελκύει σε ένα έργο! Και το ότι το έκανες σε μια τόσο μικρή έκταση, είναι εξίσου εντυπωσιακό! Θα συμφωνήσω και με τον Γιάννη γιατί πράγματι είναι ένα εξαιρετικά όμορφο κομμάτι που δείχνει πού έχεις φτάσει και πού μπορείς να φτάσεις. Μπράβο Ελένη! Να μας δίνεις τέτοια κομμάτια να απολαμβάνουμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όταν τα αποκωδικοποιείς όλα αυτά χωρίς να σου μιλήσω, δεν ξέρεις πόσο χαρούμενη με κάνεις!!

      Διαγραφή
  3. Νιώθω περήφανη για εσένα Ελένη μου διαβάζοντας αυτές τις γραμμές! Τι μεγαλείο ψυχής ξεδίπλωσες, ένιωσα να έρχομαι ακόμα πιο κοντά σου! Είσαι ένα συγγραφικό διαμαντάκι εσύ τελικά που έλαμψες μέσα σε τόσες λίγες αλλά ουσιαστικές γραμμές! ΥΠΕΡΟΧΟ! Με όλα τα γράμματα κεφαλαία! Μπράβο γλυκό μου κορίτσι!!!!! Περήφανη που είσαι μέλος μας!!! 💞

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπέροχο!! Μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα και ένα αίσθημα ματαιότητας στο τέλος. Δεν ξερω ισως ηταν η δικη μου διαθεση . Εξαιρετικά καλογραμμένο ! Μπράβο Ελένη!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Αγλαΐα μου!! Ελπίζω η διάθεση σου να αλλάξει σύντομα!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Most Popular

Σκέψεις για το ρόλο της τέχνης και της συγγραφής, γράφει ο Γιάννης Πιταροκοίλης

 Ολόγυρά μας, ένας όμορφος μαγικός κόσμος της τέχνης, έχει απλωμένα τα φτερά του σε ένα διαρκές κάλεσμα στις σκέψεις αλλά και στα συναισθήματά μας. Δημιουργήματα εικαστικά, δημιουργήματα του λόγου, της κίνησης του σώματος, δημιουργήματα της σκηνής. Η αλληλεπίδραση μαζί του είναι μια σχέση που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι σήμερα. Για τους ανθρώπους, που γράφουμε. Για όλους εκείνους που προσπαθούμε να εκφραστούμε δημιουργικά μέσα από την πεζογραφία και την ποίηση. Έχουμε σκεφτεί άραγε, γιατί το κάνουμε; Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πέρα από τη δύναμη της εξωτερίκευσης της εσωτερικής έμπνευσης; Με λίγα λόγια για να το πάω παρακάτω, το βαθύτερο κίνητρο ενός συγγραφικού έργου, μένει στενά στο να εκφράσει μόνο μια δοσμένη πλοκή, μια μυθοπλασία, ένα ποίημα; Ή προχωράει παραπέρα; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η "ομιλία"; Κακά τα ψέματα, μέσα σε κάθε λογοτεχνικό έργο, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ένας συγγραφέας, όποιος και και να είναι αυτός, θα ...

Έλληνες Vs Ξένοι Συγγραφείς

  Γιατί τόσο hate για τους Έλληνες συγγραφείς; Ή αν το hate είναι δυνατή λέξη και θέλουμε κάτι λίγο πιο ήσυχο, γιατί τόση αμφισβήτηση; Καχυποψία; Κριτική; Είδα ένα post πρόσφατα που με έκανε να σκεφτώ. Κι όταν σκέφτομαι για τα βιβλία, θέλω να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, να ανοίγουν συζητήσεις, να ανταλλάσσουμε απόψεις. Οπότε να 'μαι πάλι με ένα θέμα που -δεν σου κρύβω- κάνει το αίμα μου να βράζει. Γιατί; Γιατί είμαι Έλληνας συγγραφέας και, ως εκ τούτου, με αφορά άμεσα. Έχοντας πει αυτό, και χωρίς κανέναν σκοπό να σε σοκάρω, να σου πω ότι δεν αδικώ τους αναγνώστες που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Άσε με να σου εξηγήσω. Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος συγγραφέας στην Ελλάδα για να δει το βιβλίο του να εκδίδεται; Αν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες είναι «ταλέντο», είσαι ρομαντική ψυχή και γι’ αυτό έχεις τη συμπάθειά μου. Θα μου επιτρέψεις όμως να σε κατεβάσω από το ροζ συννεφάκι, μόνο για λίγο. Τι χρειάζεται λοιπόν; Διασυνδέσεις , μεγάλο following στα social και budget . Όχι απαρ...

Ο Στάθης & η Αστάθεια

  Γράφει ο Χάρης Κωφιάδης  Η πρώτη φορά που ο Στάθης είδε τον γέρο ήταν μια μέρα που λίγο διέφερε απ’ όσες προηγήθηκαν. Στη δουλειά το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπάει. Φωνές και φράσεις κοφτές, τυπικά ευγενικές μα ουσιαστικά αγενείς. Σπάνια πια, των παραπόνων και των απαιτήσεων προηγούνταν μια καλημέρα, ή μια καλησπέρα. Λες κι ήταν δεδομένο… Μα δεν ήταν. Κι έλειπε κι αυτό το χαμόγελο που εκείνος δεν θα μπορούσε να δει, μα αν μη τι άλλο θα το άκουγε. Είχε καλό αυτί όπως του λέγανε άλλωστε. Χρόνια στην ίδια θέση, επαγγελματικά είχε φτάσει στο απόγειο μιας καριέρας περιορισμένης και κομματάκι πεζής, να ανέχεται τον πάσα έναν που δεν πηδούσε ή δεν πηδιόταν αρκετά. Μπορεί βέβαια να μην έφταιγαν και οι πελάτες∙ το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές και αυτό. Μπορεί να ήταν που και ο ίδιος δεν τους χαμογελούσε πια όπως παλιά. Όταν πήρε τη θέση, το ήθελε και το έκανε, μετά το προσπαθούσε. Στο τέλος το πέταξε στην άκρη σαν γραβάτα που κάπως σε στενεύει, κάπως σε πνίγει και δεν σου...